logo museum

Σχετικοί ιστότοποι | Σπάνια πανίδα | Σπάνια χλωρίδα| Επιλεγμένα ζώα | Επιλεγμένα φυτά | Ιστορίες & παραμύθια

Σπάνια χλωρίδα

Περιεχόμενα:

Άσπρη παιωνία

Κόκκινος κρίνος

Κρόκος

Μαστιχόδεντρο

Ορχιδέες

Ανεμώνες

Κόκκινη τουλίπα

 

Άσπρη παιωνία

arkouda

 

 

 

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας: Έχουν εντοπιστεί τρεις μικροί πληθυσμοί της σε απόμακρες τοποθεσίες του βουνού, που αριθμούν συνολικά 70 άτομα περίπου. Είναι άκρως απειλούμενο είδος και χρειάζεται άμεσα μέτρα προστασίας και πολλαπλασιασμού για τη διάσωσή του.

Παιωνία: ΑYTOΦYHΣ στη χώρα μας, η Παιωνία είναι από τα αρχαιότερα και ωραιότερα αγριολούλουδα. Κανένα άλλο φυτό δεν μπορεί να συναγωνισθεί σε λαμπρότητα τα μεγάλα -μέχρι 13 εκ. πλάτους- κατακόκκινα, μελανοπόρφυρα, ρόδινα και λευκά άνθη της.

Σε θεά αναγόρευσαν οι Αθηναίοι το μαγικό αυτό φυτό - «Αθηνά Παιωνία» (Παυσανίας), ενώ ένας ανώνυμος βουκολικός ποιητής του 3ου μ.Χ. αιώνα την ύμνησε σαν «πασάων βοτανέων βασιληίδα». aιώνες αργότερα, στην Κίνα την ονόμαζαν Hoa wang, «βασιλιά όλων των λουλουδιών».

Η διαδρομή της παιωνίας στην ιστορία αρχίζει από τον Oμηρο. Στην Ιλιάδα (E, 401) αναφέρεται ο μύθος του Παιώνα, μαθητή του Ασκληπιού, «ός πάντα φάρμακα οίδεν» και ο οποίος πεθαίνοντας μεταβλήθηκε σε φυτό που ονομάστηκε Παιωνία. Αυτή είναι η μυθική αφετηρία για την μετέπειτα χρησιμοποίηση του φυτού ως φαρμακευτικού σε όλο τον αρχαίο κόσμο, στη Ρώμη, στο Βυζάντιο, στην Αναγέννηση και στους νεότερους χρόνους.

Ο Ιπποκράτης (460 - 377 π.X.), στο Περί φυτών ιστορίας, μεταξύ 234 θεραπευτικών φυτών αναφέρεται στην παιωνία ως αντισπασμωδικό στην επιληψία και άλλες νευρολογικές παθήσεις.

Ο Θεόφραστος (370 - 288 π.Χ.) παραθέτει μια πρόληψη σχετικά με την συλλογή της παιωνίας: «νύκτωρ κελεύουσι ορύττειν, εάν γαρ ημέρας και οφθή τις υπό δρυοκολάπτου... κινδυνεύειν τοις οφθαλμοίς....». Τέτοιες δοξασίες μεταδίδονταν από τους βοτανοσυλλέκτες για να προστατεύουν τα πολύτιμα φαρμακευτικά φυτά από την εκμετάλλευση.

Ο Διοσκορίδης (1ος αι. μ.Χ.) στο Περί ύλης ιατρικής παραθέτει την πληρέστερη περιγραφή του φυτού, μαζί με 18 συνώνυμα (μεταξύ άλλων: αγλαοφώτις, θεοδώρητος, Ιδαίοι δάκτυλοι κ.ά.). Μας δίδει σειρά θεραπευτικών χρήσεων, κυρίως της ρίζας της ως αφέψημα για τους πόνους των νεφρών, της κύστης, ενώ για κρίσεις υστερίας και εφιάλτες υποδεικνύει τους σπόρους λιωμένους σε μέλι ή κρασί. Από έναν νεότερο κώδικα του Διοσκορίδου (Codex patavinos) διασώθηκε η μοναδική απεικόνιση της παιωνίας του αρχαίου κόσμου.

Παραδόξως, η παιωνία ήταν μέχρι πρόσφατα ελάχιστα γνωστή στην Ελλάδα. Η έρευνα και συστηματική μελέτη της χλωρίδας που άρχισε το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας στις δεκαετίες του 1970 και 1980, με τους κορυφαίους βοτανολόγους W.T. Stern και P.H. Davis και συλλέκτρια την Eλλη Σταματιάδου, ανακάλυψε νέα είδη και υποείδη και διεύρυνε τη γεωγραφική εξάπλωση της παιωνίας στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Δικτυότοποι για την άσπρη παιωνία:

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας - άσπρη παιωνία

Λουλούδια στη Μυθολογία - παιωνία

Καθημερινή - παιωνία

 

Κόκκινος κρίνος

κρινοσ

 

 

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας: Ένα πολύ όμορφο φυτό, το οποίο έχει τέσσερις πολύ μικρούς πληθυσμούς στην Πάρνηθα. Ο ένας από αυτούς κινδυνεύει, καθώς βρίσκεται σε πολυσύχναστο ορειβατικό μονοπάτι. Είναι πολύ απειλούμενο είδος.

Τρίκαλα:Το συναντάμε στα ξέφωτα ορεινών δασών από τη Β. Πίνδο μέχρι τη Ν. Πελοπόννησο. Λέγεται και Τουρκοπούλα, Φαναράκι κ.λ.π. Το επιστημονικό του όνομα προέρχεται από το βουνό Χαλκηδόνιο της Θεσσαλίας όπου πρωτοβρέθηκε. Τα φύλλα του είναι λογχοειδή και καλύπτουν όλο το βλαστό. Τα άνθη φυτρώνουν ανά έως πέντε στην κορυφή του βλαστού και έχουν βαρύ και περίεργο άρωμα. Η διάμετρός τους είναι από 4-6 cm. Ξεχωρίζουν από το έντονο κόκκινο χρώμα των πετάλων που γυρίζουν προς τα πίσω, σχεδόν σε πλήρη κύκλο, θυμίζοντας φαναράκι (εξ ου και το όνομα). Ανθίζουν Ιούνιο – Ιούλιο.

Δικτυότοποι για τον κόκκινο κρίνο:

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας - κόκκινος κρίνος

Τρίκαλα - κόκκινος κρίνος

Πεζοπορία - κρίνος

 

Κρόκος

κροκοσ

 

 

 

Ο κρόκος ή αλλιώς το σαφράνι είναι ένα από τα πιο ακριβά μπαχαρικά που υπάρχουν στο κόσμο. Το σαφράνι προέρχεται από τον ύπερο ενός λουλουδιού με επιστημονική ονομασία Crocus sativus Linnaeus το οποίο ανήκει στην βοτανική οικογένεια Iridaceae.

Εισαγωγή: Το φυτό αυτό είναι μια φυσική μετάλλαξη που συνέβη πριν από πολλά χρόνια σε περιοχές της Περσίας και της λεκάνης της Μεσογείου. Ανήκει στην κατηγορία των τριπλοειδών φυτών πράγμα που σημαίνει οτι είναι στείρο και δεν μπορεί να αναπαραχθεί εγγενώς. Δεν παράγει σπόρους. Ο μόνος τρόπος για την αναπαραγωγή του είναι μέσω της διάσπασης και σποράς των βολβών. Η διαδικασία είναι περίπου ίδια με αυτή του σκόρδου. Ο ένας βολβός παράγει νέους και βολβοί αυτοί μπορεί να δώσουν νέα φυτά όταν φυτευθούν.

Ιστορία: Η ιστορία του σαφρανίου ξεκινάει από την ανατολή. Αναφορές χρήσης του φυτού αυτού βρίσκονται στην Μικρά Ασία καθώς και στην Αρχαία Αίγυπτο όπου χρησιμοποιούνταν σαν αρωματικό από την βασίλισσα Κλεοπάτρα και από άλλους Φαραώ σαν αρωματική και σαγηνευτική ουσία. Διαδεδομένη ήταν η χρήση του και σε ναούς και ιερά μέρη ως αρωματική ουσία. Η χρήση του σαφρανίου απαντάται στην Μινωϊκή αλλά και στην Κλασική Ελλάδα όπου χρησιμοποιούνταν ως αρωματικό καθώς και ως χρωστική ουσία. Τοιχογραφίες που παρουσιάζουν λουλούδια Κρόκου μπορεί κανείς να βρει στις ανασκαφές των Μινωϊκών Ανακτόρων. Στους αρχαίους Έλληνες ήταν γνωστές και οι φαρμακευτικές ιδιότητες του σαφρανίου καθώς το χρησιμοποιούσαν για να καταπολεμήσουν την αϋπνία και τα δυσάρεστα αποτελέσματα του μεθυσιού από το κρασί. Επίσης χρησιμοποιούνταν ως άρωμα στα λουτρά αλλά και σαν αφροδισιακό. Οι Άραβες χρησιμοποιούσαν το σαφράνι ως αναισθητικό και είναι αυτοί που το εισήγαγαν στην Ισπανία τον δέκατο αιώνα. Αποτέλεσε βασικό συστατικό πάνω στο οποίο χτίστηκε η Ενετική αυτοκρατορία καθώς ήταν ένα από τα εμπορικά κέντρα. Σήμερα χρησιμοποιείται σε όλο το κόσμο στην ζαχαροπλαστική, στην αρτοποιεία καθώς και ως μέρος διαφόρων διασήμων πιάτων όπως για παράδειγμα η ισπανική παέλια.

Καλλιέργεια: Η καλλιέργεια του σαφρανίου απαιτεί ακραίες κλιματικές συνθήκες. Χρειάζεται ξηρό και θερμό καιρό το καλοκαίρι και κρύο το χειμώνα. Η γη στην οποία θα καλλιεργηθεί θα πρέπει να είναι ξηρή, ασβεστώδης, επίπεδη και χωρίς δένδρα. Το έδαφος πρέπει να είναι καλά στραγγιζόμενο ώστε να απομακρύνεται το νερό και να αποφεύγονται έτσι πιθανές προσβολές μυκήτων στους βολβούς που θα έχουν ως αποτέλεσμα το σάπισμα τους. Η σπορά γίνεται τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Η σπορά γίνεται με την τοποθέτηση των βολβών σε αυλάκια βάθους 20 εκατοστών και σε απόσταση 10 εκατοστών μεταξύ τους. Η συγκομιδή γίνεται στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοέμβριου. Το λουλούδι του φυτού ανοίγει την αυγή και πρέπει να μείνει κατά το δυνατόν λιγότερο πάνω στο φυτό διότι μαραίνεται γρήγορα και τα στίγματα χάνουν το χρώμα και το άρωμα τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συγκομιδή γίνεται από όταν ξημερώσει μέχρι πριν τις 10 το πρωί. Μόλις τα λουλούδια μαζευτούν γίνεται διαχωρισμός του στίγματος από το υπόλοιπο λουλούδι. Υπολογίζεται ότι χρειάζονται 85,000 λουλούδια για να συγκομισθεί ένα κιλό από φρέσκα στίγματα σαφρανίου. Μετά το τέλος της συγκομιδής τα στίγματα πρέπει να αποξηρανθούν για να μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά αυτή την διαδικασία το φρέσκο σαφράνι χάνει περίπου τα 4/5 του αρχικού του βάρους και αποκτά το χαρακτηριστικό του κόκκινο χρώμα. Από ένα κιλό φρέσκα στίγματα σαφρανίου το τελικό προϊόν είναι 200 γραμμάρια αποξηραμένων στιγμάτων. Τα αποξηραμένα στίγματα για να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά τους πρέπει να αποθηκευτούν και να προστατευθούν από την υγρασία, το ηλιακό φως και τη θερμότητα. Η Κοζάνη είναι η μοναδική κροκοκαλλιεργούμενη περιοχή της Ελλάδας, στην οποία γίνεται από πάρα πολλά χρόνια συστηματική καλλιέργεια του φυτού.Ο διεθνής οργανισμός έχει θεσπίσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και κανόνες με βάση τα οποία το σαφράνι κατατάσσεται σε διαφορετικές κατηγορίες ποιότητας.

Δικτυότοποι για τον κρόκο:

Βικιπαίδεια - κρόκος

Μάνη - κρόκος

Μινωική Κρήτη - κρόκος

Φυτό και καλλιέργεια - κρόκος

 

Μαστιχόδεντρο

μαστιχα

 

 

 

Το μαστιχόδενδρο ή σχίνος – επιστημονικά Pistacia Lentiscus var. Chia (οικογένεια Anacardaceae), είναι θάμνος αειθαλής ύψους 2-3 μέτρων που αναπτύσσεται αργά και παίρνει την πλήρη ανάπτυξή του μετά από 40-50 χρόνια. Ζει πάνω από 100 χρόνια. Η παραγωγή της μαστίχας δεν είναι δυνατή παρά μόνο έπειτα από τον 5ο χρόνο μετά την φύτευσή του..

Ο σχίνος  είναι φυτό ανθεκτικό, ευπαθές όμως στην παγωνιά που μπορεί να σκάσει τις φλέβες του κορμού του, όπως και στην κακότεχνη εκμετάλλευσή του, που μπορεί να στερέψει την πολύτιμη ρητίνη από τον εξωτερικό φλοιό του. Νέες φυτείες προέρχονται  από κλαδιά παλιών δένδρων (μοσχεύματα) και οι παλιές ανανεώνονται με καταβολάδες ή παραφυάδες.

Σχίνοι ή δένδρα αυτής της οικογένειας αποτελούν κύριο στοιχείο της Μακκίας βλάστησης των παραμεσογείων χωρών, αλλά μόνο στην Χίο,  δένδρο και φύση σε μία μαγική συνταγή  χαρίζουν την ευχαρίστηση, την ανακούφιση και την γιατρειά μέσα από τα πολύτιμα δάκρυα της μαστίχας. Το αξιοπρόσεκτο είναι, ότι ενώ σχίνοι υπάρχουν σε όλο το νησί η παραγωγή της μαστίχας γίνεται μόνο στο νότιο τμήμα της Χίου, στα Μαστιχόχωρα. Όχι άδικα λοιπόν η Χίος ταυτίζεται με την Μαστίχα. Υπάρχει μάλιστα η εκδοχή ότι το όνομα Χίος είναι φοινικικής προέλευσης και σημαίνει «μαστίχα».

Η καλλιέργεια , η συλλογή και η επεξεργασία της μαστίχας καλύπτει χρονικά όλες τις εποχές του χρόνου και συνδυάζεται με άλλες παραδοσιακές καλλιέργειες και κυρίως εκείνη της ελιάς. Αποτελεί μια οικογενειακή απασχόληση, κατά την οποία αξιοποιείται η εργατική δύναμη των γυναικών & των παιδιών. Γενάρη και Φλεβάρη γίνεται το κλάδεμα των χαμηλών κλαδιών, Μάρτη και Απρίλη το σκάψιμο και μέχρι το τέλος της άνοιξης έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες  περιποίησης του φυτού. Το καλοκαίρι είναι η εποχή της παραγωγής & συλλογής της μαστίχας, που ξεκινά με την προετοιμασία του εδάφους τον Ιούνιο. 

Στην αρχή, ο σχίνος «ξύνεται» απομακρύνονται δηλαδή από την περιοχή κάτω από το δένδρο, τα ζιζάνια, φύλλα & χώματα. Ακολουθεί το «φροκάλημα» το σκούπισμα της ίδιας περιοχής με κοινές σκούπες ή πρόχειρες «φροκαλιές» φτιαγμένες από θυμάρι και αγριόσπαρτο. Κατόπιν γίνεται το «ασπροχωμάτισμα» ή «αμούδισμα» η κάλυψη του καθαρισμένου εδάφους με λευκό, ψιλοκοσκινισμένο χώμα που μαζεύεται από κοντινές περιοχές και το καθιστά πια έτοιμο να δεχτεί τα δάκρυα της μαστίχας.

Το χάραγμα του σχίνου, το «κέντημα» είναι μια τέχνη που παραμένει σχεδόν απαράλλακτη από αιώνες. Χρησιμοποιείται ένα αιχμηρό & αυλακωτό εργαλείο, το «κεντητήρι» και το πρώτο χάραγμα «το ρήνιασμα» γίνεται αρχές Ιουλίου με λίγες αραιές κεντιές χαμηλά στον κορμό. Κάθε 6-8 ημέρες επαναλαμβάνεται το χάραγμα με περισσότερες και πιο πυκνές κεντιές και μετά την πρώτη συλλογή στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου της χονδρής μαστίχας από το έδαφος, ακολουθεί το δεύτερο μάζεμα, που αφορά στο υπόλοιπο της μαστίχας, κυρίως ψιλά δάκρυα είτε από τον κορμό, είτε από το έδαφος. Το μάζεμα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν από τα πρωτοβρόχια, γιατί η βροχή θαμπώνει & μαυρίζει την μαστίχα, ενώ η νεροποντή μπορεί να το παρασύρει μακριά, εξανεμίζοντας τις ελπίδες και τους κόπους όλου του χρόνου. Από τον Οκτώβρη μέχρι τον Δεκέμβρη μια πρώτη επεξεργασία γίνεται στο σπίτι. Η μαστίχα κοσκινίζεται για να απομακρυνθούν φύλλα & χώματα και πλένεται με φυσικό σαπούνι ελαιολάδου. Τα μεγάλα & μέτρια δάκρυα καθαρίζονται με μαχαιράκι ή με βελόνα, προτού παραδοθούν, μέσω του τοπικού Συνεταιρισμού, στην Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου για περαιτέρω καθαρισμό, συσκευασία & προώθηση στο εμπόριο.

Δικτυότοποι για το μαστιχόδεντρο:

Ένωση μαστιχοπαραγωγών Χίου - μαστιχόδεντρο

Ματιά - μαστιχόδεντρο

8ο Δημοτικό Χίου - μαστιχόδεντρο

 

Ορχιδέες

orchidees

 

 

 

ΤA OPXEOEIΔH είναι η νεότερη οικογένεια του φυτικού βασιλείου. Βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της εξέλιξης και παρουσιάζουν πολλές ιδιαιτερότητες. Για την αναπαραγωγή τους οι ελληνικές ορχιδέες βασίζονται αποκλειστικά στα έντομα. Προκειμένου να τα προσελκύσουν, έχουν διαμορφώσει πολύπλοκες εξελικτικές προσαρμογές, όπως ο χρωματικός μιμητισμός και η σεξουαλική εξαπάτηση. Λίγες, όμως, κατορθώνουν να γονιμοποιηθούν. Οι σπόροι τους είναι μικροσκοπικοί και ευαίσθητοι και για να βλαστήσουν εξαρτώνται από ριζομύκητες που συμβιώνουν με το έμβρυο, στο οποίο παρέχουν τις απαραίτητες θρεπτικές ουσίες (στις παρασιτικές ορχιδέες αυτή η συμβίωση διατηρείται εφ όρου ζωής). Απαιτούν σταθερό και προστατευμένο περιβάλλον για να ευδοκιμήσουν, επειδή η ανάπτυξή τους είναι εξαιρετικά αργή. Ακόμα και με τις ιδανικότερες συνθήκες μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια για να ανθίσουν.Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες καταγραφές, τα ελληνικά ορχεοειδή αριθμούν περίπου 175 είδη. Από αυτά σχεδόν 50 είναι ενδημικά. Δυστυχώς η εργασία πεδίου στην Ελλάδα είναι ελλιπής. Η κατάσταση πολλών ειδών (κυρίως σπάνιων ή προσφάτως ανακαλυφθέντων ενδημικών και ειδών με μεγάλη παραλλακτικότητα) είναι ασαφής και η πραγματική τους κατανομή αγνοείται. Το ίδιο ισχύει και για άλλες οικογένειες. Eτσι, οι κατάλογοι των απειλούμενων φυτών της ελληνικής χλωρίδας στηρίζονται σε ανεπαρκή στοιχεία και χρειάζονται αναθεώρηση. Είδη που θεωρούνται απειλούμενα στην πραγματικότητα δεν κινδυνεύουν, ενώ δεν περιλαμβάνονται άλλα που πράγματι απειλούνται.

Oλιγάριθμα και απομονωμένα: Θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι τα περισσότερα ελληνικά ορχεοειδή απειλούνται, ακόμα και αυτά που θεωρούνται κοινά. Η σπανιότητα ενός είδους καθορίζεται από την περιορισμένη γεωγραφική του εξάπλωση και/ή τους αριθμούς, το μέγεθος και τη διασπορά των πληθυσμών του.Τέτοια φυτά είναι συνήθως:Ευρωπαϊκά ή ασιατικά ορχεοειδή που έχουν στην Ελλάδα το απώτατο όριο κατανομής τους και/ή συναντώνται σε ελάχιστες περιοχές, ή μόνο σε μια, με πληθυσμούς λίγων ατόμων. Ανάμεσά τους ο Orchis militaris και η Nigritella rhellicani που βρίσκονται στο όρος Φαλακρό, η Comperia comperiana σε τρία νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ο Orchis punctulata που ίσως υπάρχει στη Θράκη και θεωρείται εξαφανισθείς από τη Ρόδο, η Ophrys bertolonii που αναφέρεται πως φυτρώνει στην Κέρκυρα, η Ophrys insectifera, καταγεγραμμένη μόνο σε τρεις βιότοπους από τους οποίους ο ένας καταστράφηκε και η Dactylorhiza incarnata με μία θέση στην Hπειρο και μία στη Μακεδονία.Στενότοπα ενδημικά όπως οι Cephalanthera cuculata, Epipactis cretica και Ophrys gortynia της Κρήτης, η Dactylorhiza graeca με έναν μικρό πληθυσμό στα όρη της Βροντού και οι Ophrys cephalonica, Ophrys icariensis και Ophrys delphinensis.Aυτά τα είδη κινδυνεύουν σοβαρά, όχι μόνο από την παράνομη συλλογή και την καταστροφή των ελάχιστων ή μοναδικών βιοτόπων τους, αλλά και από τη γεωγραφική τους απομόνωση που, λόγω της αναγκαστικής ενδογαμίας, οδηγεί στον εκφυλισμό των γενετικών χαρακτηριστικών των φυτών και τα καθιστά ευαίσθητα σε ασθένειες. Το έντονο ορεινό ανάγλυφο και τα πολλά νησιά της χώρας μας έχουν καταδικάσει αρκετές ορχιδέες σε γεωγραφική απομόνωση.Ακόμα και σχετικά κοινά είδη διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο όταν οι πληθυσμοί τους βρίσκονται σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους, ενώ υπάρχουν στενότοπα ενδημικά που εμφανίζουν ικανούς πληθυσμούς, εξελίσσονται ακόμα και απειλούνται περισσότερο από την αλλοίωση των βιοτόπων τους.

Aπό τι απειλούνται: Πολλά είδη που θεωρούνται κοινά και μη απειλούμενα, επειδή απαντώνται σ' ολόκληρη την Ελλάδα σε μεγάλους πληθυσμούς, κινδυνεύουν γιατί είναι εξαρτημένα από συγκεκριμένους οικότοπους. Σε αυτά ανήκει ο Orchis laxiflora που φυτρώνει αποκλειστικά σε υγρότοπους. Στην πατρίδα μας οι υγρότοποι αποξηραίνονται με όλο και γοργότερους ρυθμούς και παραδίνονται στην καλλιέργεια ή την τουριστική εκμετάλλευση. Τα περισσότερα είδη των γενών Οrchis και Ophrys προτιμούν τα ακαλλιέργητα ή παραμελημένα χωράφια, που έχουν την ίδια μοίρα με τους υγρότοπους, ιδίως τα τελευταία χρόνια που αρκετές τέτοιες δραστηριότητες επιδοτούνται. Επίσης, είδη όπως οι Orchis mascula και Orchis quadripunctata επιδεικνύουν ακόμα μεγάλους πληθυσμούς, όμως εκατοντάδες φυτά ξεριζώνονται παράνομα κάθε χρόνο για να παρασκευαστεί το (υπερεκτιμημένο κατά τη γνώμη μου) σαλέπι.Η συνεχής, τα τελευταία χρόνια, κατασκευή νέων δασικών δρόμων, η υπερβόσκηση, που έχει απογυμνώσει από τη βλάστηση ολόκληρα βουνά, ιδίως στα νησιά, και η χρήση χημικών λιπασμάτων, ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων που εκτός από τα φυτά εξολοθρεύουν και τα έντομα-επικονιαστές τους, επιβαρύνουν την ήδη διαταραγμένη ισορροπία πολλών βιότοπων.Τέλος, οι περισσότερες ορχιδέες, για να εξασφαλίσουν αρκετό φως, συνηθίζουν να φυτρώνουν στα όρια των δασών ή των λιβαδιών και στα πρανή των δρόμων, ορατές από κάθε περαστικό και προσιτές σε κάθε χέρι που θα θελήσει να τις κόψει.Tα μόνα που δεν απειλούνται -προς το παρόν- είναι λίγα είδη με μεγάλους πληθυσμούς που προτιμούν τη βαθιά σκιά και υγρασία των ορεινών δασών, όπως οι Cephalanthera longifolia, Epipactis helleborine, Dactylorhiza saccifera και Neotinea maculata, είδη κοινά και πολυπληθή σε ορεινές περιοχές που είναι ακόμα δυσπρόσιτες ή άγνωστες στον πολύ κόσμο, επομένως ελάχιστα αλλοιωμένες από ανθρώπινες δραστηριότητες. Φοβάμαι πως αυτή η κατάσταση θα αλλάξει σύντομα, γιατί ο τουρισμός έχει φτάσει και στα πιο απομονωμένα χωριουδάκια της Πίνδου, της Ροδόπης και άλλων, μέχρι πρότινος .

Δικτυότοποι για την ορχιδέα:

Καθημερινή - ορχιδέες

Μάνη - ορχιδέες

 

Ανεμώνες

ανεμονεσ

Οι ανεμώνες είναι φυτά της μεγάλης Οικογένειας των Ρανουγκουλίδων (Ranunculaceae) όπου ανήκουν επίσης και άλλα, πολύ γνωστά γένη φυτών, όπως, ο Ranunculus, o Adonis, η Aquilegia, η Nigella, η Clematis κ.λ.π. Ξεχωρίζουν από τα άνθη τους, που δεν έχουν πέταλα και τη θέση των πετάλων έχουν πάρει τα σέπαλα, που είναι μεγάλα και έγχρωμα. Οι στήμονες είναι πολυάριθμοι ενώ οι καρποί είναι πολλά, μικρά αχαίνια, που βγαίνουν πάνω σε κοινό καρποφόριο, στη μέση του άνθους.
Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του γένους είναι ο υπάνθιος σπόνδυλος, από τρία φύλλα. Ανάμεσα από αυτά τα τρία φύλλα βγαίνει ένας σχετικά μακρύς ανθικός ποδίσκος (σπάνια περισσότεροι), που στην κορυφή του υπάρχει το άνθος.
Τα υπόλοιπα φύλλα βγαίνουν όλα στη βάση του φυτού και έχουν μακρείς μίσχους. Είναι παλαμόλοβα ή παλαμοσχιδή και εμφανίζονται πριν από την άνθηση.
Το υπόγειο μέρος του φυτού είναι ένα μικρό ρίζωμα ή κόνδυλος που παραμένει ζωντανός κατά την ξερή περίοδο. Στη χώρα μας υπάρχουν συνολικά επτά είδη του γένους και είναι τα εξής:


1. Anemone coromaria, ανεμώνη η στεφανωματική

Φύλλα βάσης μακρόμισχα, βαθειά σχισμένα παλαμοειδώς σε πολλούς στενούς λοβούς. Φύλλα υπανθίου σπονδύλου επιφυή, βαθειά σχισμένα σε στενούς λοβούς. Σέπαλα 5-7 σε κάθε άνθος, πλατειά αντωοειδή ή ελλειπτικά. Καρποφόριο και ανθήρες σε χρώμα βαθύ βιολετί, σχεδόν μαύρο. Σπάνια εμφανίζονται φυτά με σέπαλα στενά, περισσότερα από 20. Πρόκειται για διπλανθείς ποικιλίες (flore pleno). Το χρώμα των σεπάλων ποικίλει. Διακρίνονται οι εξής χρωματικές ποικιλίες:
α) var. Cyanea Ard., με άνθη γαλάζια ή γαλάζιο - βιολετιά
β) var. rosea Bath., με άνθη ρόδινα, σε διάφορες αποχρώσεις του ροζ
γ) var. Phoenicea Ard., με άνθη κόκκινα
δ) var. Alba Burn, με άνθη λευκά, συχνά με μια ρόδινη απόχρωση στη βάση των σεπάλων.
Οι ποικιλίες αυτές άλλοτε απαντώνται σε αμιγείς πληθυσμούς και άλλοτε ανάμεικτες. Σπανιώτερα παρουσιάζονται και υβρίδια μεταξύ των ποικιλιών. Πολύ σπάνια απαντώνται φυτά με άνθη εντελών λευκά και λευκούς ανθήρες. Πρόκειται για αλβινικά άτομα.
Η A. coronaria είναι η πρόγονος όλων των καλλιεργούμενων ποικιλιών Ανεμώνας.
Εξάπλωση: Απαντάται σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα, με πιο πυκνές εμφανίσεις στη Κεντρική και Νότια Ελλάδα και στα νησιά.
Βιότοπος: Φυτρώνει σε θαμνώνες, φρυγανότοπους και χέρσα χωράφια χαμηλού υψομέτρου, μέχρι ύψους 800 μ. περίπου.


2. Αnemone pavonina, Ανεμώνη η ταόμορφη

Φυτό παρόμοιο με το προηγούμενο αλλά φύλλα βάσης λιγότερο σχισμένα, με λοβούς πλατείς, οδοντωτούς στην άκρη, φύλλα υπανθίου σπονδύλου ακέραια, λογχοειδή ή με τρεις οδόντες στο άκρο τους και σέπαλα 7-13. Μερικές φορές εμφανίζονται φυτά που κάνουν άνθη με σέπαλα στενά, περισσότερα από είκοσι. Πρόκειται για διπλανθείς ποικιλίες (flore pleno), πολύ σπάνιες στη φύση. Το είδος απαντάται σε δύο βασικές ποικιλίες.
α) var. pavonina, με άνθη εντελώς κόκκινα ή κόκκινα με έναν ανοιχτόχρωμο κύκλο προς τη βάση των σεπάλων.
β) var. purpureoviolacea, με άνθη πορφυρά ή ρόδινα ή μερικές φορές σχεδόν λευκά.
Οι ποικιλίες αυτές απαντώνται μερικές φορές μαζί, συνήθως όμως σχηματίζουν αμιγείς πληθυσμούς. Η ποικιλία pavonina προτιμά γενικά πιο θερμά και ηλιόλουστα μέρη και χαμηλότερα υψόμετρα. Μερικές φορές εμφανίζονται υβρίδια μεταξύ των δύο ποικιλιών, με χαρακτηριστικό σαρκώδες πορφυρό χρώμα. Πολύ σπάνια βρίσκουμε αλβινικά άτομα, με άνθη εντελών λευκά και με λευκούς ανθήρες.
Εξάπλωση: η A. Pavonina φυτρώνει σχεδόν σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Στη Β. Ελλάδα επικρατεί η var. Pavonina. Δεν υπάρχει στην Κρήτη και σε ορισμένα νησιά του νότου.
Βιότοπος: Φυτρώνει σε θαμνώνες, φρύγανα, χέρσα χωράφια και αραιά πευκοδάση, δε υψόμετρο από το επίπεδο της θάλασσας ως τα 900μ. περίπου.
Μια τρίτη ποικιλία της A. Pavonina φυτρώνει στην Ήπειρο, σε μια περιοχή βόρεια των Ιωαννίνων και στα χωριά του Ζαγορίου. Τα άνθη της μοιάζουν με αυτά της var. Purpureoviolacea αν και είναι γενικά λίγο μικρότερα. Ο αριθμός των σεπάλων κυμαίνεται μεταξύ 7 και 9. Τα φύλλα της βάσης έχουν πολύ στενούς λοβούς και θυμίζουν αυτά της A. Hortensis L. Ssp. Hortensis, που φυτρώνει βορειότερα και δυτικότερα, στην Αλβανία και Ιταλία. Είναι πιθανό να πρόκειται για πληθυσμούς με ενδιάμεσα χαρακτηριστικά, μεταξύ της A panonina Lam,. και της A. hortensis L. ssp. Hortensis.


3. Anemone hortensis ssp. Heldreichii. Ανεμώνη η κηπαία υποείδος του Χελδράιχ

Τα πρώτα φύλλα της βάσης είναι τρίλοβα, με λοβούς οδοντωτούς. Τα άλλα, είναι πεντάλοβα και οι λοβοί είναι στενοί, χωρισμένοι σε πολύ μυτερούς δευτερεύοντες λοβούς. Σέπαλα 12-19, στενά, λευκά ή σπάνια ανοιχτορόδινα. Φύλλα υπανθίου σπονδύλου μικρά, ακέραια, λογχοειδή. Ανθήρες και καρποφόρια μαύρα - βιολετιά.
Εξάπλωση: Πρόκειται για ενδημικό της Κρήτης και της Καρπάθου. Οι αναφορές του από άλλες περιοχές της Ελλάδας είναι λανθασμένες, λόγω σύγχυσης με μορφές της A. Pavonina.
Βιότοπος: Θαμνώνες, φρύγανα, χέρσα χωράφια και βοσκοτόπια, από χαμηλά μέχρι 1850μ. υψόμετρο.


4. Anemone blanda, Ανεμώνη η χαρίεσσα

Φύλλα βάσης μακρόμισχα, χωρισμένα σε τρία κύρια τμήματα, που το καθένα είναι επιφυές. Το κάθε τμήμα χωρίζεται σε δευτερεύοντες στενούς λοβούς. Τα φύλλα του υπανθίου σπονδύλου είναι έμμισχα, όμοια με τα φύλλα της βάσης αλλά μικρότερα. Οι ανθήρες είναι κίτρινοι. Σέπαλα 8-14, στενά, γαλάζια, ρόδινα ή λευκά. Το καρποφόριο γέρνει προς τα κάτω μετά την άνθηση.
Εξάπλωση: Είδος πλατειά εξαπλωμένο στην Ηπειρωτική Ελλάδα, εκτός από Β.Δ., στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, στην Κέρκυρα, στην Κεφαλονιά και αλλού.
Βιότοπος: Ξέφωτα σε ελατοδάση, πευκοδάση και θαμνώνες, σπανιότερα σε φυλλοβόλα, σε υψόμετρο 300-2000μ.


5. Anemone apennina, Ανεμώνη των Απεννίνων

Είδος παρόμοιο με το προηγούμενο. Διαφέρει στα εξής χαρακτηριστικά: τα τρία κύρια τμήματα των φύλλων έχουν έναν μικρό μίσχο. Το καρποφόριο μετά την άνθηση παραμένει όρθιο. Τα άνθη είναι σχεδόν πάντα γαλάζιο-βιολετιά.
Εξάπλωση: Το είδος υπάρχει με βεβαιότητα κατά μήκος της Πίνδου, μέχρι τα Άγραφα και στα βουνά της Δ. Μακεδονίας. Ο γράφων το έχει βρει στα Άγραφα, δυτικά της λίμνης Πλαστήρα και στο όρος Βούρινος της Δ. Μακεδονίας.
Βιότοπος: Ξέφωτα δασών, ορεινά λιβάδια, παρυφές, δρόμων, σε υψόμετρο 500-1500 μ. περίπου.


6. Anemone nemorosa L. Ανεμώνη η δασόφιλη

Φύλλα βάσης 1-2, χωρισμένα σε τρία τμήματα, με μικρό μίσχο το καθένα. Τα τμήματα είναι χωρισμένα βαθειά, σε λοβούς οδοντωτούς. Τα άνθη είναι σχετικά μικρά, λευκά, συνήθως με μια ρόδινη απόχρωση εξωτερικά. Τα σέπαλα είναι συνήθως 6-7 και έχουν σχήμα ωοειδές. Οι ανθήρες είναι κίτρινοι.
Εξάπλωση: Βουνά Μακεδονίας και Θράκης, μέχρι τον Κάτω Όλυμπο.
Βιότοπος: Δάση φυλλοβόλων, από 700 έως 1800μ.


7. Anemone ranunculiodes ssp. Ranunculoldes, Ανεμώνη η ρανουγκουλοειδής

Φυτό παρόμοιο με το προηγούμενο. Διαφέρει στα εξής χαρακτηριστικά: στη βάση υπάρχει ένα ή κανένα φύλλο. Τα φύλλα του υπανθίου σπονδύλου έχουν πολύ κοντό μίσχο και οι λοβοί τους είναι μακρότεροι και μεγαλύτεροι. Τα άνθη είναι κίτρινα, συχνά περισσότερα του ενός.
Εξάπλωση: Το είδος έχει βρεθεί από τον γράφοντα στο όρος Τζένα (Herb. G. Sfikas 7017) στις 28 Μαΐου 1983, σε υψόμετρο 1700-1800μ. Επίσης αναφέρεται από τον γειτονικό Βόρα.
Βιότοπος: ξέφωτα ορεινών φυλλοβόλων δασών.
Άλλα δύο είδη αναφέρονται από τα βουνά των βορείων συνόρων: η Anemone sylvestris L. Από το όρος Παπίκι (Κρλίκ Νταγ) και η Anemone narcissiflora L. Από το όρος Βόρας (Καιμακτσαλάν). Και τα δύο βρέθηκαν το 1940 από τον Ζαγανιάρη, όμως η φυτοθήκη του δεν διασώθηκε και στα νεώτερα χρόνια δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξή τους. Τα δυο αυτά είδη κάνουν λευκά άνθη, το πρώτο ένα και μεγάλο και το δεύτερο πολλά και μικρά.

Δικτυότοποι για την ανεμώνη:

Ευώνυμος βιβλιοθήκη - ανεμώνη

Βικιπαίδεια - ανεμώνη

Μάνη - ανεμώνη

 

Κόκκινη τουλίπα
τθλιπα

Πάρνηθα: Απαντάται σε πολλά σημεία σε μικρούς αριθμούς. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός της ήταν αυτός του οροπεδίου της Μόλας, ο οποίος όμως λόγω υπερσυλλογής από τους επισκέπτες μειώθηκε πολύ.

Αγγειόσπερμο, μονοκότυλο φυτό η τουλίπα ανήκει στην τάξη λιλιώδη και στην οικογένεια λιλιίδες.
Υπάρχουν 100 περίπου είδη τουλίπας που είναι όλα πολυετή ποώδη φυτά των περιοχών της Ευρώπης και της δυτικής και κεντρικής Ασίας.
Η τουλίπα καλλιεργείται συστηματικά κυρίως στη βόρεια και δυτική Ευρώπη όπου έφτασε στις αρχές του 16ου αιώνα και αναπτύχθηκαν πάμπολλες ποικιλίες. Η εισαγωγή ορισμένων μορφών τουλίπας στην Ολλανδία κατά το 17ο αιώνα, οδήγησε σε πραγματική μανία και επανάσταση, καθώς πληρώνονταν μεγάλα χρηματικά ποσά από καλλιεργητές-συλλέκτες για κάποιο βολβό στην αναζήτηση σπανίων χρωμάτων και σχημάτων.
Οι τουλίπες είναι βολβόριζα φυτά και ο βολβός τους είναι ωοειδής και καλύπτεται από διάφορους μεμβρανοειδείς χιτώνες καστανού χρώματος. Ο πολλαπλασιασμός τους γίνεται με τους βολβούς αυτούς οι οποίοι δημιουργούν υπόγεια ριζώματα και με τη σειρά τους τα ριζώματα αυτά νέους βολβούς και έτσι μπορεί να δημιουργηθούν ολόκληρες αποικίες. Τα φύλλα της τουλίπας είναι μακριά και σαρκώδη ,αυλακωτά με σχήμα λογχοειδές ή ωοειδές. Από το κέντρο των φύλλων βγαίνει ένας μακρύς βλαστός που φτάνει σε ύψος τα 70 εκατοστά και φέρει στην κορυφή του ένα μόνο μεγάλο άνθος σχήματος κυπέλλου μονόχρωμο σε ποικίλους χρωματισμούς. Τα κύρια χρώματα των ανθών της τουλίπας είναι το κίτρινο και το κόκκινο , αλλά βρίσκουμε και λευκά, πορφυρά και ροζ άνθη. Ο καρπός της τουλίπας είναι κάψα τριγωνικού σχήματος που φέρει πολλά μικρά σπόρια.
Οι τουλίπες φύονται σε βραχώδεις περιοχές , ορεινές και ημιορεινές, εκεί όπου αναπτύσσονται και άλλα ποώδη φυτά. Ορισμένα είδη τουλίπας έχουν σχέση με καλλιεργούμενες περιοχές , ιδιαίτερα αυτές όπου φύονται και σιτηρά.
Μεγάλες οργανωμένες καλλιέργειες του φυτού βρίσκονται στην Ολλανδία, που καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις γι αυτό η Ολλανδία ονομάζεται και ‘’χώρα της τουλίπας’’.

Δικτυότοποι για την κόκκινη τουλίπα:

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας - κόκκινη τουλίπα

Βικιπαίδεια - τουλίπα